to err
err
ɜ:
ē
airereharetare

Ορισμός και σημασία του "err"στα αγγλικά

to err
01

λανθάνω, κάνω λάθος

to be at fault or make mistakes, especially in one's thinking, judgment, or actions 
Intransitive
to err definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
err
γ΄ ενικό πρόσωπο
errs
ενεστώτα μετοχή
erring
απλός αόριστος
erred
παθητική μετοχή
erred
Παραδείγματα
While erring occasionally is forgivable, persistent or consequential erring may require accountability. 

Ενώ το να κάνεις λάθος περιστασιακά είναι συγχωρήσιμο, το συνεχές ή σημαντικό λάθος μπορεί να απαιτεί ευθύνη.

02

παρασύρομαι, ξεστρατίζω

to wander or move away from the correct path or direction 
Intransitive
Παραδείγματα
He erred from the marked trail and got lost in the woods. 

Παρέκκλινε από το σηματοδοτημένο μονοπάτι και χάθηκε στο δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store