Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amenable
01
συνεργάσιμος, προσηνής
very likely to be cooperative, agreeable, or accepting of a request or suggestion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amenable
συγκριτικός βαθμός
more amenable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new intern was highly amenable, eagerly accepting any task assigned to her.
Ο νέος πρακτικάριος ήταν πολύ ευπροσάρμοστος, δέχοντας με ενθουσιασμό κάθε εργασία που του ανατέθηκε.
02
δεκτικός, ανοιχτός
(of people) open and willing to let suggestions influence them
Παραδείγματα
She was amenable to changing her plans based on feedback.
Ήταν πρόθυμη να αλλάξει τα σχέδιά της με βάση τα σχόλια.
03
επηρεάσιμος, ευαίσθητος
able to be affected or changed by something
Παραδείγματα
The metal surface was amenable to corrosion in the salty sea air.
Η μεταλλική επιφάνεια ήταν ευάλωτη στη διάβρωση στον αλμυρό θαλάσσιο αέρα.
Λεξικό Δέντρο
amenability
amenableness
amenable



























