equipment
eq
ˈɪk
ικ
uip
wɪp
ουιπ
ment
mənt
μαντ
equipotent

Ορισμός και σημασία του "equipment"στα αγγλικά

01

εξοπλισμός, εξάρτημα

the necessary things that you need for doing a particular activity or job 
equipment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She packed her camping equipment, including a tent and a sleeping bag. 

Συσκευάστηκε τον εξοπλισμό της για κατασκήνωση, συμπεριλαμβανομένης μιας σκηνής και ενός σακουλιού ύπνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

equipment
equip
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store