Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Equipment
01
εξοπλισμός, εξάρτημα
the necessary things that you need for doing a particular activity or job
Παραδείγματα
The movie crew unloaded film equipment to set up for shooting.
Η ομάδα της ταινίας ξεβίδωσε τον εξοπλισμό ταινιών για να προετοιμαστεί για γυρίσματα.



























