Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to epitomize
01
ενσαρκώνω, συμβολίζω
to serve as a typical example or embodiment of a concept, idea, or category
Transitive: to epitomize a concept
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
epitomize
γ΄ ενικό πρόσωπο
epitomizes
ενεστώτα μετοχή
epitomizing
απλός αόριστος
epitomized
παθητική μετοχή
epitomized
Παραδείγματα
His approach to leadership epitomized encouragement and humility.
Η προσέγγισή του στην ηγεσία ενσάρκωνε την ενθάρρυνση και τη ταπεινότητα.
Λεξικό Δέντρο
epitomize
epitome



























