Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Epithet
01
επίθετο, προσβλητικό παρατσούκλι
an abusive word or insulting nickname that is used instead of someone's name or title
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
epithets
Παραδείγματα
She scorned those who called her the "bride of Dracula," rejecting the insulting epithet.
Περιφρόνησε όσους την αποκαλούσαν "νύφη του Ντράκουλα", απορρίπτοντας το προσβλητικό επίθετο.
02
επίθετο, προσδιορισμός
a word or phrase applied to something to convey its character or essence in a descriptive sense
Παραδείγματα
Ancient texts often referred to soldiers with epitaphs like "brave warrior" or "mighty archer."
Τα αρχαία κείμενα συχνά αναφέρονταν στους στρατιώτες με επίθετα όπως "γενναίος πολεμιστής" ή "ισχυρός τοξότης".



























