Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
environmentalist
/ɪnˌvaɪɹənˈmɛnəɫɪst/, /ɪnˌvaɪɹənˈmɛntəɫɪst/
Environmentalist
01
περιβαλλοντολόγος, οικολόγος
a person who is concerned with the environment and tries to protect it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
environmentalists
Παραδείγματα
The environmentalist worked with local communities to promote sustainable farming practices.
Ο περιβαλλοντολόγος συνεργάστηκε με τις τοπικές κοινότητες για την προώθηση βιώσιμων γεωργικών πρακτικών.
Λεξικό Δέντρο
environmentalist
environmental



























