Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
envious
01
ζηλιάρης, φθονερός
feeling unhappy or resentful because someone has something one wants
Παραδείγματα
He felt envious watching his neighbor drive away in a brand new sports car.
Ένιωσε ζήλεια βλέποντας τον γείτονά του να φεύγει με ένα ολοκαίνουργιο σπορ αυτοκίνητο.
Λεξικό Δέντρο
enviously
enviousness
envious
envy



























