entourage
en
ˈɒn
ον
tou
του
rage
rɑ:ʒ
ραζ
encourage

Ορισμός και σημασία του "entourage"στα αγγλικά

01

ακολουθία, περιβάλλον

a group of people who work for and accompany a person of power or fame 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entourages
Παραδείγματα
The celebrity arrived at the event with a large entourage of bodyguards, assistants, and publicists. 

Η διασημότητα έφτασε στην εκδήλωση με ένα μεγάλο περικύκλωμα από σωματοφύλακες, βοηθούς και δημόσιους σχέσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store