Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entourage
01
ακολουθία, περιβάλλον
a group of people who work for and accompany a person of power or fame
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
entourages
Παραδείγματα
The celebrity arrived at the event with a large entourage of bodyguards, assistants, and publicists.
Η διασημότητα έφτασε στην εκδήλωση με ένα μεγάλο περικύκλωμα από σωματοφύλακες, βοηθούς και δημόσιους σχέσεις.



























