Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entombment
01
ταφή, ενταφιασμός
the ritual placing of a corpse in a grave
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
entombments
Λεξικό Δέντρο
entombment
entomb



























