entirety
en
ɪn
ιν
tire
ˈtaɪɜr
ταιερρ
ty
ti
τι
/ɛntˈa‍ɪɹɪti/

Ορισμός και σημασία του "entirety"στα αγγλικά

01

ολότητα, πληρότητα

the whole of something, from beginning to end
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store