entirety
en
ɪn
in
tire
ˈtaɪə
taie
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "entirety"στα αγγλικά

01

ολότητα, πληρότητα

the whole of something, from beginning to end 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entireties

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store