Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entirety
01
ολότητα, πληρότητα
the whole of something, from beginning to end
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entireties



























