Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to entertain
01
ψυχαγωγώ, διασκεδάζω
to amuse someone so that they have an enjoyable time
Transitive: to entertain sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
entertain
γ΄ ενικό πρόσωπο
entertains
ενεστώτα μετοχή
entertaining
απλός αόριστος
entertained
παθητική μετοχή
entertained
Παραδείγματα
The clown entertained the children at the birthday party with magic tricks and balloon animals.
Ο κλόουν ψυχαγωγούσε τα παιδιά στο πάρτι γενεθλίων με μαγικά κόλπα και ζώα από μπαλόνια.
02
σκέπτομαι, λαμβάνω υπόψη
to give thought to something as a possibility
Transitive: to entertain a possibility
Παραδείγματα
The board entertained the possibility of expanding the company’s operations overseas.
Το διοικητικό συμβούλιο εξέτασε την πιθανότητα επέκτασης των δραστηριοτήτων της εταιρείας στο εξωτερικό.
Λεξικό Δέντρο
entertained
entertaining
entertainment
entertain



























