ensuing
en
ɪn
in
suing
ˈsju:ɪng
syooing

Ορισμός και σημασία του "ensuing"στα αγγλικά

01

επόμενος, που προκύπτει

following something or resulting from it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting was delayed due to the ensuing traffic jam. 

Η συνάντηση καθυστέρησε λόγω της επόμενης κίνησης.

Λεξικό Δέντρο

ensuing
ensue
sue
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store