Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ensuing
01
επόμενος, που προκύπτει
following something or resulting from it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The election results led to a period of uncertainty in the ensuing weeks.
Τα αποτελέσματα των εκλογών οδήγησαν σε μια περίοδο αβεβαιότητας στις επόμενες εβδομάδες.
Λεξικό Δέντρο
ensuing
ensue
sue



























