Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ensuing
01
επόμενος, που προκύπτει
following something or resulting from it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, sequence, causality
Παραδείγματα
The meeting was delayed due to the ensuing traffic jam.
Η συνάντηση καθυστέρησε λόγω της επόμενης κίνησης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ensuing
ensue
sue



























