Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enlightening
01
διαφωτιστικός, εκπαιδευτικός
tending to increase knowledge or dissipate ignorance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enlightening
συγκριτικός βαθμός
more enlightening
διαβαθμίσιμο
02
διαφωτιστικός, φωτιστικός
giving a better understanding, information, or a deeper connection to one's spiritual awareness
Παραδείγματα
The documentary on climate change was enlightening, offering a deeper understanding of the environmental issues.
Το ντοκιμαντέρ για την κλιματική αλλαγή ήταν διαφωτιστικό, προσφέροντας μια βαθύτερη κατανόηση των περιβαλλοντικών θεμάτων.
Λεξικό Δέντρο
unenlightening
enlightening
enlighten
lighten



























