Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enlightening
01
διαφωτιστικός, εκπαιδευτικός
tending to increase knowledge or dissipate ignorance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enlightening
συγκριτικός βαθμός
more enlightening
διαβαθμίσιμο
02
διαφωτιστικός, φωτιστικός
giving a better understanding, information, or a deeper connection to one's spiritual awareness
Παραδείγματα
Traveling to new places can be an enlightening adventure, exposing you to diverse cultures and perspectives.
Το ταξίδι σε νέα μέρη μπορεί να είναι μια διαφωτιστική περιπέτεια, εκθέτοντάς σε σε διαφορετικούς πολιτισμούς και προοπτικές.
Λεξικό Δέντρο
unenlightening
enlightening
enlighten
lighten



























