Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to engulf
01
καταπίνω, καλύπτω
to strongly and overwhelmingly effect a person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
engulf
γ΄ ενικό πρόσωπο
engulfs
ενεστώτα μετοχή
engulfing
απλός αόριστος
engulfed
παθητική μετοχή
engulfed
02
καταπίνω, περικυκλώνω
to completely cover or surround something or someone



























