to engulf
en
ɪn
in
gulf
ˈgʌlf
galf

Ορισμός και σημασία του "engulf"στα αγγλικά

to engulf
01

καταπίνω, καλύπτω

to strongly and overwhelmingly effect a person or thing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
engulf
γ΄ ενικό πρόσωπο
engulfs
ενεστώτα μετοχή
engulfing
απλός αόριστος
engulfed
παθητική μετοχή
engulfed
02

καταπίνω, περικυκλώνω

to completely cover or surround something or someone 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store