Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Engraving
Παραδείγματα
The artist specialized in woodblock engravings, creating stunning prints that captured the beauty of the natural world.
Ο καλλιτέχνης ειδικευόταν σε χαρακτικά ξύλου, δημιουργώντας εντυπωσιακές εκτυπώσεις που απέδιδαν την ομορφιά του φυσικού κόσμου.
02
χαρακτική, εκτυπωτική πλάκα
a block, plate, or other hard surface into which a design has been cut or carved
Παραδείγματα
The craftsman spent hours on the intricate engraving of the coin.
Ο τεχνίτης πέρασε ώρες στη περίπλοκη χαρακτική του νομίσματος.
03
χαρακτικό, στάμπα
a print produced from an engraved block, plate, or surface
Παραδείγματα
The engraving was framed and hung in the hallway.
Η χαρακτική πλαισιώθηκε και κρεμάστηκε στο διάδρομο.
Λεξικό Δέντρο
engraving
engrave
grave



























