englut
en
ˈɛn
εν
glut
glət
γκλατ
/ˈɪŋɡlʌt/
englutted

Ορισμός και σημασία του "englut"στα αγγλικά

to englut
01

καταβροχθίζω, τρώω ασυγκράτητα

overeat or eat immodestly; make a pig of oneself
to englut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
englut
γ΄ ενικό πρόσωπο
engluts
ενεστώτα μετοχή
englutting
απλός αόριστος
englutted
παθητική μετοχή
englutted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store