to englut
en
ɛn
εν
glut
ˈglʌt
γκλατ
englutted

Ορισμός και σημασία του "englut"στα αγγλικά

to englut
01

καταβροχθίζω, τρώω ασυγκράτητα

overeat or eat immodestly; make a pig of oneself 
to englut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
englut
γ΄ ενικό πρόσωπο
engluts
ενεστώτα μετοχή
englutting
απλός αόριστος
englutted
παθητική μετοχή
englutted

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

englut
glut
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store