Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engrossed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most engrossed
συγκριτικός βαθμός
more engrossed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She looked up only when the movie ended, having been engrossed in the story.
Κοίταξε πάνω μόνο όταν η ταινία τελείωσε, έχοντας απορροφηθεί από την ιστορία.
02
καλλιγραφημένο, επίσημα γραμμένο
written formally in a large clear script, as a deed or other legal document
Λεξικό Δέντρο
engrossed
engross



























