Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engrossed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most engrossed
συγκριτικός βαθμός
more engrossed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was so engrossed in her book that she didn't notice the time passing.
Ήταν τόσο απορροφημένη στο βιβλίο της που δεν πρόσεξε τον χρόνο που περνούσε.
02
καλλιγραφημένο, επίσημα γραμμένο
written formally in a large clear script, as a deed or other legal document
Λεξικό Δέντρο
engrossed
engross



























