Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Engraver
01
χαράκτης, γλύπτης
someone who is trained to carve or cut designs and words on a hard surface made of wood, stone, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
engravers
αρσενικό ενικό
engraver
θηλυκό ενικό
engraver
neutral form
engraver
02
χαράκτης, εκτυπωτής από χαραγμένη πλάκα εκτύπωσης
a printmaker who prints from an engraved printing plate
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
engraver
graver
grave



























