Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enforce
01
εφαρμόζω, επιβάλλω τη συμμόρφωση
to make individuals to behave in a particular way
Transitive: to enforce a behavior
Παραδείγματα
The company implemented new policies to enforce ethical behavior in the workplace.
Η εταιρεία εφάρμοσε νέες πολιτικές για να επιβάλει ηθική συμπεριφορά στον χώρο εργασίας.
02
επιβάλλω, εξασφαλίζω την τήρηση
to ensure that a law or rule is followed
Transitive: to enforce a law or rule
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enforce
γ΄ ενικό πρόσωπο
enforces
ενεστώτα μετοχή
enforcing
απλός αόριστος
enforced
παθητική μετοχή
enforced
Παραδείγματα
The police are tasked with enforcing the laws to maintain public order.
Η αστυνομία έχει την ευθύνη να επιβάλει τους νόμους για να διατηρήσει τη δημόσια τάξη.
Λεξικό Δέντρο
enforceable
enforcement
enforcer
enforce
force



























