Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enfold
01
τυλίγω, περικυκλώνω
to wrap or enclose someone or something within arms, wings, or a covering
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enfold
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfolds
ενεστώτα μετοχή
enfolding
απλός αόριστος
enfolded
παθητική μετοχή
enfolded
Λεξικό Δέντρο
enfold
fold



























