to enfold
en
ɛn
en
fold
ˈfəʊld
fewld
unfolduntoldunsolduphold

Ορισμός και σημασία του "enfold"στα αγγλικά

to enfold
01

τυλίγω, περικυκλώνω

to wrap or enclose someone or something within arms, wings, or a covering 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enfold
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfolds
ενεστώτα μετοχή
enfolding
απλός αόριστος
enfolded
παθητική μετοχή
enfolded

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

enfold
fold
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store