to enfold
Pronunciation
/ɪnˈfoʊɫd/

Ορισμός και σημασία του "enfold"στα αγγλικά

to enfold
01

τυλίγω, περικυκλώνω

to wrap or enclose someone or something within arms, wings, or a covering
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enfold
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfolds
ενεστώτα μετοχή
enfolding
απλός αόριστος
enfolded
παθητική μετοχή
enfolded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store