enervated
e
ˈɛ
ε
ner
να
va
veɪ
βει
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "enervated"στα αγγλικά

01

εξουθενωμένος, αποδυναμωμένος

weakened and depleted of strength or vitality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enervated
συγκριτικός βαθμός
more enervated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, energy, state
Παραδείγματα
The persistent heatwave left everyone feeling enervated and lethargic. 

Η επίμονη καύσωνα άφησε όλους να αισθάνονται εξουθενωμένοι και ληθαργικούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

enervated
enervate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store