Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enervated
01
εξουθενωμένος, αποδυναμωμένος
weakened and depleted of strength or vitality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enervated
συγκριτικός βαθμός
more enervated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The persistent heatwave left everyone feeling enervated and lethargic.
Η επίμονη καύσωνα άφησε όλους να αισθάνονται εξουθενωμένοι και ληθαργικούς.
Λεξικό Δέντρο
enervated
enervate



























