Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enervated
01
εξουθενωμένος, αποδυναμωμένος
weakened and depleted of strength or vitality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enervated
συγκριτικός βαθμός
more enervated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The persistent lack of sleep resulted in an enervated state, impacting both focus and mood.
Η συνεχής έλλειψη ύπνου οδήγησε σε μια εξασθενημένη κατάσταση, επηρεάζοντας τόσο την εστίαση όσο και τη διάθεση.
Λεξικό Δέντρο
enervated
enervate



























