Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
energizing
01
ενεργοποιητικό, αναζωογονητικό
capable of making one feel more awake, refreshed, and full of energy
Παραδείγματα
The smell of fresh coffee brewing in the kitchen is always energizing, especially in the early hours.
Η μυρωδιά του φρέσκου καφέ που ετοιμάζεται στην κουζίνα είναι πάντα ενεργοποιητική, ειδικά τις πρώτες ώρες.
Energizing
01
ενεργοποιητικό, ζωτικό
the activity of causing to have energy and be active
Λεξικό Δέντρο
energizing
energize
energy



























