energizing
e
ˈɛ
e
ner
gi
ʤaɪ
jai
zing
zɪng
zing
energising

Ορισμός και σημασία του "energizing"στα αγγλικά

energizing
01

ενεργοποιητικό, αναζωογονητικό

capable of making one feel more awake, refreshed, and full of energy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most energizing
συγκριτικός βαθμός
more energizing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The energizing morning sunlight helped wake up the sleepy town. 

Το ενεργοποιητικό πρωινό φως του ήλιου βοήθησε να ξυπνήσει την νυσταγμένη πόλη.

01

ενεργοποιητικό, ζωτικό

the activity of causing to have energy and be active 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store