ended
Pronunciation
/ˈɛndəd/, /ˈɛndɪd/

Ορισμός και σημασία του "ended"στα αγγλικά

01

τελειωμένος, ολοκληρωμένος

no longer in progress or active
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ended
συγκριτικός βαθμός
more ended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The contract has been marked as ended in the system.
Το συμβόλαιο έχει σημειωθεί ως τελειωμένο στο σύστημα.

Λεξικό Δέντρο

unended
ended
end
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store