ended
en
ˈɛn
en
ded
dɪd
did
indeedundeadendowed

Ορισμός και σημασία του "ended"στα αγγλικά

01

τελειωμένος, ολοκληρωμένος

no longer in progress or active 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ended
συγκριτικός βαθμός
more ended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ended project was finally archived. 

Το ολοκληρωμένο έργο τελικά αρχειοθετήθηκε.

Λεξικό Δέντρο

unended
ended
end
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store