Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to endeavor
01
προσπαθώ, αγωνίζομαι
to make an effort to achieve a goal or complete a task
Transitive: to endeavor to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
endeavor
γ΄ ενικό πρόσωπο
endeavors
ενεστώτα μετοχή
endeavoring
απλός αόριστος
endeavored
παθητική μετοχή
endeavored
Παραδείγματα
Despite the challenges, he endeavors to create a positive impact in his community.
Παρά τις προκλήσεις, προσπαθεί να δημιουργήσει μια θετική επίδραση στην κοινότητά του.
Endeavor
01
επιχείρηση, προσπάθεια
a planned effort or project that often involves courage, skill, or determination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
endeavors
Παραδείγματα
The space mission was a remarkable scientific endeavor.
Η διαστημική αποστολή ήταν μια αξιοσημείωτη επιστημονική προσπάθεια.
02
προσπάθεια, απόπειρα
a sincere, careful attempt to accomplish something
Παραδείγματα
She made every endeavor to finish her thesis on time.
Έκανε κάθε προσπάθεια για να ολοκληρώσει τη διατριβή της εγκαίρως.
LanGeek



























