to endeavor
Pronunciation
/ɪnˈdɛvɝ/
endeavour

Ορισμός και σημασία του "endeavor"στα αγγλικά

to endeavor
01

προσπαθώ, αγωνίζομαι

to make an effort to achieve a goal or complete a task
Transitive: to endeavor to do sth
to endeavor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
endeavor
γ΄ ενικό πρόσωπο
endeavors
ενεστώτα μετοχή
endeavoring
απλός αόριστος
endeavored
παθητική μετοχή
endeavored
Παραδείγματα
Artists endeavor to express their unique perspectives and emotions through their creative works.
Οι καλλιτέχνες προσπαθούν να εκφράσουν τις μοναδικές τους προοπτικές και συναισθήματα μέσα από τα δημιουργικά τους έργα.
01

επιχείρηση, προσπάθεια

a planned effort or project that often involves courage, skill, or determination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
endeavors
Παραδείγματα
Their endeavor to restore the old theater took several years.
Η προσπάθειά τους να αποκαταστήσουν το παλιό θέατρο διήρκεσε αρκετά χρόνια.
02

προσπάθεια, απόπειρα

a sincere, careful attempt to accomplish something
Παραδείγματα
His daily endeavors to learn the language showed real dedication.
Οι καθημερινές του προσπάθειες να μάθει τη γλώσσα έδειξαν πραγματική αφοσίωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store