Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to encompass
01
περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω
to include or contain a wide range of different things within a particular scope or area
Transitive: to encompass sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
encompass
γ΄ ενικό πρόσωπο
encompasses
ενεστώτα μετοχή
encompassing
απλός αόριστος
encompassed
παθητική μετοχή
encompassed
Παραδείγματα
The report will encompass data from various sources to provide a comprehensive analysis.
Η έκθεση θα περιλαμβάνει δεδομένα από διάφορες πηγές για να παρέχει μια ολοκληρωμένη ανάλυση.
Λεξικό Δέντρο
encompassing
encompassment
encompass
compass



























