Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to emblazon
01
διακοσμώ με εθνόσημο, στολίζω με οικόσημο
to display a symbolic design on a shield, surcoat, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
emblazon
γ΄ ενικό πρόσωπο
emblazons
ενεστώτα μετοχή
emblazoning
απλός αόριστος
emblazoned
παθητική μετοχή
emblazoned
02
διακοσμώ, στολίζω
to make attractive by using colors



























