embezzler
Pronunciation
/ɛmˈbɛzɫɝ/, /ɪmˈbɛzəɫɝ/

Ορισμός και σημασία του "embezzler"στα αγγλικά

01

υπεξαιρέτης, καταχραστής

a person who steals money or property they were trusted to manage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
embezzlers
Παραδείγματα
The embezzler was convicted for misappropriating millions from the organization over several years.
Ο καταχραστής καταδικάστηκε για την κατάχρηση εκατομμυρίων από τον οργανισμό επί πολλά χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store