Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embittered
01
πικραμένος, δυσαρεστημένος
angry or disappointed for a long time, often showing this feeling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embittered
συγκριτικός βαθμός
more embittered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
An embittered old man sat alone, remembering past injustices.
Ένας πικραμένος ηλικιωμένος κάθονταν μόνος, θυμόμενος τις προηγούμενες αδικίες.
Λεξικό Δέντρο
embittered
embitter



























