Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embitter
01
πικραίνω, θυμώνω
to make someone feel angry, upset, or resentful over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embitter
γ΄ ενικό πρόσωπο
embitters
ενεστώτα μετοχή
embittering
απλός αόριστος
embittered
παθητική μετοχή
embittered
Παραδείγματα
The harsh criticism embittered the student.
Η σκληρή κριτική πικραίνει τον μαθητή.
Λεξικό Δέντρο
embittered
embitterment
embitter



























