Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to embitter
01
πικραίνω, θυμώνω
to make someone feel angry, upset, or resentful over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
embitter
γ΄ ενικό πρόσωπο
embitters
ενεστώτα μετοχή
embittering
απλός αόριστος
embittered
παθητική μετοχή
embittered
Παραδείγματα
The unfair treatment embittered him.
Η άδικη μεταχείριση τον πικραίνει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
embittered
embitterment
embitter



























