embittered
em
ɪm
im
bi
ˈbɪ
bi
ttered
təd
tēd
littered

Ορισμός και σημασία του "embittered"στα αγγλικά

embittered
01

πικραμένος, δυσαρεστημένος

angry or disappointed for a long time, often showing this feeling 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most embittered
συγκριτικός βαθμός
more embittered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became embittered after losing his job. 

Έγινε πικραμένος αφού έχασε τη δουλειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store