Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Embezzler
01
υπεξαιρέτης, καταχραστής
a person who steals money or property they were trusted to manage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
embezzlers
Παραδείγματα
The embezzler took money from the bank.
Ο καταχραστής πήρε χρήματα από την τράπεζα.
Λεξικό Δέντρο
embezzler
embezzle



























