embezzler
em
ɪm
im
bezz
ˈbɛz
bez
ler

Ορισμός και σημασία του "embezzler"στα αγγλικά

01

υπεξαιρέτης, καταχραστής

a person who steals money or property they were trusted to manage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
embezzlers
Παραδείγματα
The embezzler took money from the bank. 

Ο καταχραστής πήρε χρήματα από την τράπεζα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store