Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to elope
01
το σκάω, παντρεύομαι κρυφά
to run away secretly and marry one's partner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
elope
γ΄ ενικό πρόσωπο
elopes
ενεστώτα μετοχή
eloping
απλός αόριστος
eloped
παθητική μετοχή
eloped
Παραδείγματα
Mark and Maria made the spontaneous decision to elope in a charming European city.
Ο Μαρκ και η Μαρία πήραν την αυθόρμητη απόφαση να φύγουν κρυφά για να παντρευτούν σε μια γοητευτική ευρωπαϊκή πόλη.



























