Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to elongate
01
επιμηκύνω, τεντώνω
to stretch something in order to make it longer
Transitive: to elongate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
elongate
γ΄ ενικό πρόσωπο
elongates
ενεστώτα μετοχή
elongating
απλός αόριστος
elongated
παθητική μετοχή
elongated
Παραδείγματα
The tailor elongated the curtains to better fit the high ceiling.
Ο ράφτης επέκτεινε τις κουρτίνες για να ταιριάζουν καλύτερα στον ψηλό ταβάνι.
elongate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elongate
συγκριτικός βαθμός
more elongate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The snake's elongate body allowed it to slither easily through narrow spaces.
Το επιμήκη σώμα του φιδιού του επέτρεψε να γλιστρά εύκολα μέσα από στενούς χώρους.
02
μακρύς και στενός, επιμηκυμένος
(of a leaf shape) long and narrow
Λεξικό Δέντρο
elongated
elongation
elongate



























