elderly
el
ˈɛl
el
der
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "elderly"στα αγγλικά

01

ηλικιωμένος, προχωρημένης ηλικίας

advanced in age 
elderly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The elderly couple enjoyed taking leisurely walks together in the park. 

Το ηλικιωμένο ζευγάρι απολάμβανε τις χαλαρούς βόλτες μαζί στο πάρκο.

02

παλιός, παρωχημένος

(of cars, machines, etc.) very old and lacking modern features, exhibiting signs of deterioration 
Παραδείγματα
The dealership specializes in restoring and selling elderly cars from the mid-20th century. 

Το αντιπροσωπεία ειδικεύεται στην αποκατάσταση και πώληση ηλικιωμένων αυτοκινήτων από τα μέσα του 20ού αιώνα.

01

ηλικιωμένοι, γέροι

people of old age 
elderly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The community center offers special activities and services for the elderly. 

Το κοινοτικό κέντρο προσφέρει ειδικές δραστηριότητες και υπηρεσίες για ηλικιωμένους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store