elated
e
ɪ
i
la
ˈleɪ
lei
ted
tɪd
tid
hated

Ορισμός και σημασία του "elated"στα αγγλικά

01

εκστατικός, ευφορικός

excited and happy because something has happened or is going to happen 
elated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elated
συγκριτικός βαθμός
more elated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was elated to receive the news of her promotion at work. 

Ήταν ενθουσιασμένη να λάβει την είδηση της προαγωγής της στη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store