Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
elated
01
εκστατικός, ευφορικός
excited and happy because something has happened or is going to happen
Παραδείγματα
She was elated when she found out she was going to be a parent.
Ήταν ευτυχισμένη όταν έμαθε ότι θα γινόταν γονέας.
Λεξικό Δέντρο
elated
elate



























