elasticity
e
ɪ
i
las
ˈlæs
lās
ti
ti
ci
si
ty
ti
ti
simplicitycomplicityspecificitypublicity

Ορισμός και σημασία του "elasticity"στα αγγλικά

01

ελαστικότητα

the ability to go back to the original form after being stretched 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The elasticity of the rubber band allowed it to snap back into place. 

Η ελαστικότητα της λαστιχένιας ταινίας της επέτρεψε να επιστρέψει στη θέση της.

Λεξικό Δέντρο

inelasticity
elasticity
elastic
elast
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store