Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to elapse
01
περνώ, διαρκώ
(of time) to pass by
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
elapse
γ΄ ενικό πρόσωπο
elapses
ενεστώτα μετοχή
elapsing
απλός αόριστος
elapsed
παθητική μετοχή
elapsed
Παραδείγματα
The days elapsed slowly during the long winter months.
Οι μέρες περνούσαν αργά κατά τους μακρούς χειμερινούς μήνες.
Λεξικό Δέντρο
elapsed
elapse



























