Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effortful
01
επίπονος, κουραστικός
requiring a lot of effort or hard work to achieve
Παραδείγματα
Completing the marathon was effortful but incredibly rewarding.
Η ολοκλήρωση του μαραθώνιου ήταν επιπονητική αλλά απίστευτα ανταμοιβή.
Λεξικό Δέντρο
effortfulness
effortful
effort



























