effortful
e
ˈe
ε
ffort
fət
φατ
ful
fʊl
φουλ

Ορισμός και σημασία του "effortful"στα αγγλικά

01

επίπονος, κουραστικός

requiring a lot of effort or hard work to achieve 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most effortful
συγκριτικός βαθμός
more effortful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
work, difficulty, activity
Παραδείγματα
The effortful task of moving furniture left him tired and sore. 

Η επίπονη εργασία της μετακίνησης επίπλων τον άφησε κουρασμένο και πονεμένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

effortfulness
effortful
effort
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store