effortful
Pronunciation
/ˈɛfɚtfəl/

Ορισμός και σημασία του "effortful"στα αγγλικά

01

επίπονος, κουραστικός

requiring a lot of effort or hard work to achieve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most effortful
συγκριτικός βαθμός
more effortful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Completing the marathon was effortful but incredibly rewarding.
Η ολοκλήρωση του μαραθώνιου ήταν επιπονητική αλλά απίστευτα ανταμοιβή.

Λεξικό Δέντρο

effortfulness
effortful
effort
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store