Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Efflorescence
01
κόκκινο εξάνθημα του δέρματος, δερματική έκρηξη
any red eruption of the skin
02
άνθιση, σκόνινο ίζημα
a powdery deposit on a surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
efflorescences
03
άνθηση, εξάνθηση
the state or process of producing flowers
04
ακμή, άνθιση
the period of greatest prosperity or productivity
Λεξικό Δέντρο
efflorescence
effloresce



























