Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
efficient
01
αποτελεσματικός, παραγωγικός
(of a person) capable of performing tasks with the least amount of wasted time, effort, or resources
Παραδείγματα
An efficient team collaborates seamlessly to meet project goals.
Μια αποτελεσματική ομάδα συνεργάζεται απρόσκοπτα για την επίτευξη των στόχων του έργου.
02
αποτελεσματικός, αποδοτικός
(of a system or machine) achieving maximum productivity without wasting much time, effort, or money
Παραδείγματα
An efficient irrigation system conserves water while ensuring crops receive adequate moisture.
Ένα αποτελεσματικό σύστημα άρδευσης εξοικονομεί νερό ενώ διασφαλίζει ότι οι καλλιέργειες λαμβάνουν επαρκή υγρασία.
Λεξικό Δέντρο
efficiently
inefficient
efficient
effici



























