Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Effects
01
προσωπικά αντικείμενα
property of a personal character that is portable but not used in business
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
effects
LanGeek



























