effects
e
ɪ
i
ffects
ˈfɛkts
fekts

Ορισμός και σημασία του "effects"στα αγγλικά

01

προσωπικά αντικείμενα

property of a personal character that is portable but not used in business 
effects definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
effects

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store