altogether
Pronunciation
/ˌɔɫtəˈɡɛðɝ/

Ορισμός και σημασία του "altogether"στα αγγλικά

01

εντελώς, ολοκληρωτικά

in every way or to the fullest degree
altogether definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The room was altogether silent after she left.
Το δωμάτιο ήταν εντελώς σιωπηλό αφού έφυγε.
02

συνολικά, εντελώς

used to express the sum or entire amount
Παραδείγματα
Altogether, we raised enough money to fund the entire trip.
Συνολικά, συγκεντρώσαμε αρκετά χρήματα για να χρηματοδοτήσουμε ολόκληρο το ταξίδι.
03

συνολικά, γενικά

used to give a general judgment, often after weighing details
Παραδείγματα
Altogether, I'm glad we made the effort to come.
Συνολικά, χαίρομαι που καταβάλαμε την προσπάθεια να έρθουμε.
01

πλήρης γύμνια, ενδυμασία του Αδάμ

the state of being completely unclothed
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
It was so hot that he was tempted to sleep in the altogether.
Έκανε τόση ζέστη που τον πείραζε να κοιμηθεί εντελώς γυμνός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store