Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Altruism
01
αλτρουισμός, ανιδιοτέλεια
the selfless concern for the well-being of others, often demonstrated through acts of kindness, compassion, and generosity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Donating money to charity to support those in need without expecting anything in return is an example of altruism.
Το να δωρίζεις χρήματα σε φιλανθρωπίες για να υποστηρίξεις όσους έχουν ανάγκη χωρίς να περιμένεις τίποτα σε αντάλλαγμα είναι ένα παράδειγμα αλτρουισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
altruism
altru



























