ebullient
e
ɪ
i
bu
ˈbʊ
boo
llient
liənt
liēnt

Ορισμός και σημασία του "ebullient"στα αγγλικά

01

ενθουσιώδης, ζωηρός

having or displaying enthusiasm, happiness, and liveliness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ebullient
συγκριτικός βαθμός
more ebullient
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, personality, behavior
Παραδείγματα
Her ebullient personality brightened up the entire room. 

Η ενθουσιώδης προσωπικότητά της φώτισε ολόκληρο το δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ebulliently
ebullient
ebulli
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store