Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eat into
01
καταβροχθίζω, υπονομεύω
to keep making someone upset or angry by consistently doing things that bother them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
eat
ενεστώτας
eat into
γ΄ ενικό πρόσωπο
eats into
ενεστώτα μετοχή
eating into
απλός αόριστος
ate into
παθητική μετοχή
eaten into
Παραδείγματα
The constant criticism from her supervisor began to eat into her motivation and enthusiasm for the job.
Οι συνεχείς κριτικές από τον επόπτη της άρχισαν να καταβροχθίζουν το κίνητρο και τον ενθουσιασμό της για τη δουλειά.
02
καταβροχθίζω, καταναλώνω
to use or take away a significant portion of something valuable, often resulting in a reduction
Παραδείγματα
The unexpected medical expenses began to eat into their savings, causing financial strain.
Οι απροσδόκητες ιατρικές δαπάνες άρχισαν να καταβροχθίζουν τις αποταμιεύσεις τους, προκαλώντας οικονομική πίεση.



























